slider

27 Φεβ 2013

UH-1H Huey

Ελικόπτερο UH-1H Huey 

Γενικά


To ελικόπτερο UH-1H, παγκοσμίως γνωστό ως το θρυλικό Huey (Χιούι) εμφανίστηκε με την ονομασία Βell Model 204 το 1956 και εγκαινίασε την εποχή των στροβιλοκινητήρων για τον στρατό των ΗΠΑ. Εισήλθε στην ενεργό υπηρεσία ως το ΗU-1 (αργότερα ως UH-1) Iroquois και πρωτοεμφανίστηκε στο Βιετνάμ το 1963. Ήταν ένα Ε/Π 9 θέσεων, πολλαπλών ρόλων το οποίο άλλαξε ριζικά τα δεδομένα και την σχεδίαση των επιχειρήσεων, προδίδοντας νέα έννοια στην 3η διάσταση του πεδίου της μάχης, εκτελώντας αεροδιακομιδές (MedEvac), εναέριες εφόδους, μαζικές μεταφορές μικρών κλιμακίων χωρίς τη χρήση αλεξιπτωτιστών καθώς και αποστολές εγγύς υποστήριξης.


Περισσότερα από 5.000 Ε/Π χρησιμοποιήθηκαν στα μέτωπα της ΝΑ Ασίας. Το 1963 παραδόθηκε το UH-1D (Model 205), με μακρύτερη άτρακτο για τη μεταφορά 12 στρατιωτών πλην του πληρώματος, βελτιωμένους κινητήρες και ακτίνα δράσης καθώς και την δυνατότητα να φέρει ποικιλία οπλικών συστημάτων (πυροβόλο 20mm, ρουκέτες 2,75 inc και αντιαρματικούς πυραύλους). Η MedEvac έκδοση UH-1V μπορεί να μεταφέρει 6 φορεία και έναν νοσοκόμο. Το UH-1H (Model 205 A-1) ξεκίνησε την παραγωγή το 1967 και είναι όμοιο με το UH-1D με βελτιωμένο κινητήρα για αύξηση της μεταφορικής ικανότητας. Έχει ληφθεί άδεια παραγωγής του τύπου από την Κίνα, την Τουρκία και την Ιταλία (ΑΒ-205). Περισσότερα από 9.000 τεμάχια όλων των τύπων έχουν κατασκευαστεί μέχρι τώρα και είναι σε υπηρεσία σε περίπου 40 χώρες.


Στην Αεροπορία Στρατού τα Ε/Π UH-1H άρχισαν να παραδίδονται σταδιακά από το 1969 μέχρι το 1981. Το 1993 παρελήφθη αριθμός μεταχειρισμένων Ε/Π από το στρατό των ΗΠΑ. Παρά την προχωρημένη ηλικία τους, παρέχοντας μεγάλο βαθμό αξιοπιστίας και ασφάλειας, αποτελούν το βασικό μέσο της ΑΣ ευρισκόμενα σε ενέργεια σε όλες τις Μονάδες αυτής.

Μεταφορικό Ελικόπτερο UH-1H Iroquois

Το πλήρες όνομα του ελικοπτέρου είναι Bell UH-1H Iroquois (Huey) και προφέρεται "Ιροκουά" από την ομώνυμη φυλή των ιθαγενών της Βόρειας Αμερικής. Το "Χιούι" είναι ένα παρατσούκλι που έχει επικρατήσει και αποτελεί φωνητικό αναγραμματισμό των αρχικών UH-1. Πρόκειται για το πλέον επιτυχημένο στρατιωτικό ελικόπτερο στον κόσμο, καθώς κατασκευάστηκε σε τεράστιους αριθμούς και χρησιμοποιήθηκε από τον στρατό 48 και πλέον χωρών.


H μαζική παραγωγή του UH-1H για τον στρατό των ΗΠΑ ξεκίνησε το 1967 και τρία χρόνια αργότερα, στο αποκορύφωμα των πολεμικών επιχειρήσεων στο Βιετνάμ, οι Αμερικανοί διέθεταν εκεί πάνω από 3.900 ελικόπτερα, τα δύο τρίτα από τα οποία ήταν Heuy. Μέχρι τη λήξη της γραμμής παραγωγής το 1982 κατασκευάστηκαν περίπου 5.500 ελικόπτερα μονάχα εντός των Ηνωμένων Πολιτειών, ενώ σε αυτά θα πρέπει να προστεθούν τα προγράμματα συμπαραγωγής της μητρικής εταιρείας Bell σε Ιταλία, Γερμανία, Ταϊβάν, Ιαπωνία και Τουρκία. Η αντίστροφη μέτρηση για τον συγκεκριμένο τύπο ξεκίνησε το 2004, όταν ο αμερικανικός στρατός ξεκίνησε την ταχεία εφαρμογή προγράμματος γενικής απόσυρσης.


Η Ελλάδα ξεκίνησε την παραλαβή των ελικοπτέρων UH-1 το 1969, η οποία ολοκληρώθηκε το 1981. Ο στόλος της Αεροπορίας Στρατού, με την παραλαβή μερικών ακόμα μεταχειρισμένων από τον αμερικανικό στρατό το 1993, έφθασε να αριθμεί περίπου 100 ελικόπτερα του τύπου όμως σήμερα σχεδόν τα μισά μπορούν να θεωρηθούν επιχειρησιακώς διαθέσιμα. Ο δείκτης ατυχημάτων για τα UH-1H Huey παραμένει στα χαμηλά επίπεδα του 0,07, δηλαδή σε ένα μείζον ατύχημα ανά 62.500 ώρες πτήσης. Παρόλα αυτά, ο αριθμός των νεκρών φθάνει τους 23 σε πέντε αεροπορικά αυχήματα.


Βελτιωμένος Τύπος ΑΒ-212

Το ελικόπτερο ΑΒ-212 είναι το αποτέλεσμα μιας προσπάθειας της Βell να δώσει στο τυπικό Ηuey μεγαλύτερη ισχύ - που μεταφράζεται σε βελτιωμένες επιδόσεις, αλλά και σε αυξημένη ασφάλεια που απορρέει από την υιοθέτηση δύο κινητήρων. Μία από τις λιγότερο εμφανείς διαφορές από τα UΗ-1/ΑΒ-205 αφορά και την τοποθέτηση του ουραίου στροφείου στη δεξιά πλευρά του ελικοπτέρου για βελτίωση των χαρακτηριστικών αντιστάθμισης της ροπής. Οι χειριστές που προορίζονται για το ΑΒ-212 πρέπει να είναι ήδη διαθέσιμοι κυβερνήτες στο μονοκινητήριο Ηuey και στη συνέχεια μεταβαίνουν στο 4ο Τ.ΕΑΣ, όπου λειτουργεί το αντίστοιχο Σχολείο Μετεκπαίδευσης. Η διάρκεια της εκπαίδευσης είναι 3 εβδομάδες και εκεί ο χειριστής συμπληρώνει 10 ώρες προτού οριστεί συγκυβερνήτης. Στη συνέχεια δε και μετά τη συμπλήρωση 50 ωρών, είναι έτοιμος να μεταπηδήσει στη δεξιά θέση του θαλάμου διακυβέρνησης.


Πρόγραμμα Εκσυγχρονισμού

Στο παρελθόν, η Bell Helicopter Textron είχε παρουσιάσει σε συνεργασία με την Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία το εκσυγχρονισμένο UH-1 Ηuey ΙΙ, στις εγκαταστάσεις της δεύτερης στο Σχηματάρι. Με τον εκσυγχρονισμό που προτάθηκε η επιχειρησιακή ζωή του ελικοπτέρου επεκτείνεται στά 25 χρόνια, ενώ ταυτόχρονα επιτυγχάνεται μείωση του λειτουργικού κόστους κατά 50%, υποτριπλασιασμός των εργατοωρών συντήρησης και βελτίωση των επιδόσεων, ιδιαίτερα σε υψηλές θερμοκρασίες. Παράλληλα, με την υιοθέτηση του εκσυγχρονισμού η Bell αναλάμβανε εκ νέου την πλήρη ευθύνη του ελικοπτέρου στους τομείς της τεχνικής υποστήριξης, παροχής ανταλλακτικών, εγγύησης, ασφάλειας πτήσης, βιβλιογραφίας. κτλ.. που με την εισαγωγή της αρχικής έκδοσης σε υπηρεσία είχαν εκχωρηθεί ως αρμοδιότητες στον αμερικανικό στρατό.


Η έκδοση UH-1 Η Huey ΙΙ διατηρεί όλα τα αξιόπιστα και δοκιμασμένα στην πράξη συστήματα/υποσυστήματα του ελικοπτέρου, όπως το σύστημα καυσίμων, ενώ εισάγει σειρά βελτιώσεων, όπως η αντικατάσταση της πλήμνης και των πτερυγίων του κύριου στροφείου με τα μεγαλύτερα και αποδοτικότερα της Bell 212, η αντικαστάσταση του προωστικού ουραίου στροφείου με ελκτική μονάδα μεγαλύτερης ισχύος, η ενσωμάτωση του συστήματος μετάδοσης κίνησης και του ουραίου του Bell 212, η μετατροπή του κινητήρα Honeywell T53-13Β στο επίπεδο -703, η αναβάθμιση του συστήμστος μετάδοσης κίνησης κ.ά. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της Bell, η αναβαθμισμένα έκδοση με σαράντα ώρες πτήσης μηνιαίως κάνει απόσβεση του κόστους της σε πέντε χρόνια.


Bell UH-1 Iroquois

The Bell UH-1 Iroquois (unofficially Huey) is a military helicopter powered by a single, turboshaft engine, with a two-bladed main rotor and tail rotor. The helicopter was developed by Bell Helicopter to meet the United States Army's requirement for a medical evacuation and utility helicopter in 1952, and first flew on 20 October 1956. Ordered into production in March 1960, the UH-1 was the first turbine-powered helicopter to enter production for the United States military, and more than 16,000 have been produced worldwide.


The first combat operation of the UH-1 was in the service of the U.S. Army during the Vietnam War. The original designation of HU-1 led to the helicopter's nickname of Huey. In September 1962, the designation was changed to UH-1, but "Huey" remained in common use. Approximately 7,000 UH-1 aircraft saw service in Vietnam.


Design

The UH-1 has a metal fuselage of semi-monocoque construction with tubular landing skids and two rotor blades on the main rotor. Early UH-1 models featured a single Lycoming T53 turboshaft engine in versions with power ratings from 700 shp (522 kW) to 1,400 shp (1,040 kW). Later UH-1 and related models would feature twin engines and four-blade rotors. The width was decided by the length of a standard Army medical litter.


All aircraft in the UH-1 family have similar construction. The UH-1H is the most-produced version, and is representative of all types. The main structure consists of two longitudinal main beams that run under the passenger cabin to the nose and back to the tail boom attachment point. The main beams are separated by transverse bulkheads and provide the supporting structure for the cabin, landing gear, under-floor fuel tanks, transmission, engine and tail boom. The main beams are joined at the lift beam, a short aluminum girder structure that is attached to the transmission via a lift link on the top and the cargo hook on the bottom and is located at the aircraft's centre of gravity. The lift beams were changed to steel later in the UH-1H's life, due to cracking on high-time airframes. The semi-monocoque tail boom attaches to the fuselage with four bolts.


The UH-1H's dynamic components include the engine, transmission, rotor mast, main rotor blades, tail rotor driveshaft, and the 42-degree and 90-degree gearboxes. The transmission is of a planetary type and reduces the engine's output to 324 rpm at the main rotor. The two-bladed, semi-rigid rotor design, with pre-coned and under-slung blades, is a development of early Bell model designs, such as the Bell 47 with which it shares common design features, including a dampened stabilizer bar. The two-bladed system reduces storage space required for the aircraft, but at a cost of higher vibration levels. The two-bladed design is also responsible for the characteristic 'Huey thump' when the aircraft is in flight, which is particularly evident during descent and in turning flight. The tail rotor is driven from the main transmission, via the two directional gearboxes which provide a tail rotor speed approximately six times that of the main rotor to increase tail rotor effectiveness.


The UH-1H also features a synchronized elevator on the tail boom, which is linked to the cyclic control and allows a wider center of gravity range. The standard fuel system consists of five interconnected fuel tanks, three of which are mounted behind the transmission and two of which are under the cabin floor. The landing gear consists of two arched cross tubes joining the skid tubes. The skids have replaceable sacrificial skid shoes to prevent wear of the skid tubes themselves. Skis and inflatable floats may be fitted.


Internal seating is made up of two pilot seats and additional seating for up to 13 passengers or crew in the cabin. The maximum seating arrangement consists of a four-man bench seat facing rearwards behind the pilot seats, facing a five-man bench seat in front of the transmission structure, with two, two-man bench seats facing outwards from the transmission structure on either side of the aircraft. All passenger seats are constructed of aluminium tube frames with canvas material seats, and are quickly removable and reconfigurable. The cabin may also be configured with up to six stretchers, an internal rescue hoist, auxiliary fuel tanks, spotlights, or many other mission kits. Access to the cabin is via two aft-sliding doors and two small, forward-hinged panels. The doors and hinged panels may be removed for flight or the doors may be pinned open. Pilot access is via individual hinged doors.


While the five main fuel tanks are self-sealing, the UH-1H was not equipped with factory armour, although armoured pilot seats were available.


The UH-1H's dual controls are conventional for a helicopter and consist of a single hydraulic system boosting the cyclic stick, collective lever and anti-torque pedals. The collective levers have integral throttles, although these are not used to control rotor rpm, which is automatically governed, but are used for starting and shutting down the engine. The cyclic and collective control the main rotor pitch through torque tube linkages to the swash plate, while the anti-torque pedals change the pitch of the tail rotor via a tensioned cable arrangement. Some UH-1Hs have been modified to replace the tail rotor control cables with torque tubes similar to the UH-1N Twin Huey.

Specifications

General characteristics


Crew: 1-4

Capacity: 3,880 lb (1,760 kg) including 14 troops, or 6 stretchers, or equivalent cargo

Length: 57 ft 1 in (17.40 m) with rotors

Width: 8 ft 7 in (2.62 m) (Fuselage)

Height: 14 ft 5 in (4.39 m)

Empty weight: 5,215 lb (2,365 kg)

Gross weight: 9,040 lb (4,100 kg)

Max takeoff weight: 9,500 lb (4,309 kg)

Powerplant: 1 × Lycoming T53-L-11 turboshaft, 1,100 shp (820 kW)

Main rotor diameter: 48 ft 0 in (14.63 m)

Performance


Maximum speed: 135 mph (217 km/h; 117 kn)

Cruise speed: 125 mph (109 kn; 201 km/h)

Range: 315 mi (274 nmi; 507 km)

Service ceiling: 19,390 ft (5,910 m) (Dependent on environmental factors such as weight, outside temp., etc)

Rate of climb: 1,755 ft/min (8.92 m/s)

Power/mass: 0.15 hp/lb (0.25 kW/kg)

Armament


Variable, but may include a combination of:

2 x 7.62 mm M60 machine gun, or 2 7.62 mm GAU-17/A machine gun

2 x 7-round or 19-round 2.75 in (70 mm) rocket pods

2 x 7.62 mm Rheinmetall MG3 (German Army and German Luftwaffe)

2 x .303 Browning Mk II (Rhodesian, twin machine guns mounted on port side)








25 Φεβ 2013

M47 Patton

Άρμα Μάχης M47 Patton

Το M47 Patton είναι Αμερικανικό άρμα μάχης που χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στον Πόλεμο της Κορέας (1950-1953).


Τύπος : Μέσο άρμα μάχης
Προέλευση : Η.Π.Α
Οπλισμός : Πυροβόλο Μ36 90mm, δύο πολυβόλα των 7.62mm και ένα των 12.7mm.
Τεχνικά χαρακτηριστικά : Πλήρωμα: 5 ανδρών,Κινητήρας: Πετρελαιοκινητήρας Continental AV-1790-5B 12-cylinder, Ιπποδύναμη: 810hp,Ταχύτητα: 48km/h, Αυτονομία: 130km, Διαστάσεις:μήκος 6,1μ πλάτος 3,51μ ύψος 3,35μ, Βάρος:46,17t.


Ιστορικά στοιχεία : Το 1957 ο Ελληνικός στρατός παρέλαβε έναν αριθμό οχημάτων. Εμεινε σε ενεργό υπηρεσία ένας μικρός αριθμός αρμάτων έως τα τέλη της δεκαετίας του 1990 σε ρόλο άρσης ναρκοπεδίου.

Διασωθέντα οχήματα : Στο μουσείο αρμάτων (Αυλώνα)

Ιστορικό

Οταν ξέσπασε ο Πόλεμος της Κορέας, οι τεθωρακισμένες δυνάμεις των ΗΠΑ αποτελούντο από τα Μ26 και τα Μ46. Ένα νέο άρμα χρειαζόταν επειγόντως. Αυτό κατασκευάστηκε τοποθετώντας το πύργο του πειραματικού άρματος Τ42, στο σκάφος του ήδη υπάρχοντος Μ26 Pershing. Το νέο άρμα αν και χαρακτηρίστηκε ως προσωρινή λύση, ονομάστηκε Μ47 Patton και μεταξύ 1950-53, κατασκευάστηκαν 8676.


Ο οδηγός βρίσκεται στα αριστερά του σκάφους και στα δεξιά του ένας πολυβολητής.Τα υπόλοιπα 3 μέλη του πληρώματος αποτελούν το σύνηθες πλήρωμα ενός άρματος (αρχηγός, πυροβολητής, γεμιστής). Ο κύριος οπλισμός του αποτελείται από το πυροβόλο Μ36 των 90mm το οποίο καταλήγει σε ένα σχήματος Τ διοχετευτή των αερίων της βολής. Μπορεί να εκτοξεύσει βλήματα διαφόρων τύπων μεταξύ των οποίων HEAT και APFSDS. Μεταφέρει 71 βλήματα.


Ο αμερικανικός στρατός μετέφερε σε κατάσταση εφεδρείας αυτό το τύπο άρματος μετά από λίγα μόλις χρόνια, αλλά αρκετά παραχωρήθηκαν σε χώρες μέλη του NATO. Σήμερα σχεδόν παντού βρίσκονται σε αποθήκευση. Όταν ένα νέο εργοστάσιο παραγωγής αρμάτων κατασκευάστηκε στο Ιράν το πρώτο άρμα που επιλέχθηκε να παραχθεί ήταν μια βελτιωμένη έκδοση του Μ47. Το Μ47Μ. Αυτό διατήρησε το πυροβόλο των 90mm αλλά με πολλά στοιχεία από το Μ48Α3 και το Μ60Α1, μεταξύ των οποίων τον κινητήρα, τα ηλεκτρικά και τα οπτικά συστήματα. Σε αυτό το εργοστάσιο κατασκευάστηκαν τελικά πάνω από 400 άρματα.


Τέθηκε σε υπηρεσία στον αμερικανικό στρατό το 1952. Κατασκευάστηκαν συνολικά 8676. Με τον τύπο αυτό προμηθεύτηκαν στις ένοπλες δυνάμεις των παρακάτω Χωρών: Ελλάδα(390), Τουρκία (523), Ιταλία (313), Ιράν (100), Ιορδανία (260), Ισπανία (375), Πακιστάν(300), Νότιος Κορέα (300) και Σομαλία (120).


Επιδόσεις: Διέλευση κάθετου εμποδίου 0,914m, τάφρου 2,59m, κλίση 60%
Σημειώσεις: Mε χρήση τέτοιων άρματων εκδηλώθηκε το πραξικόπημα στις 21 Απριλίουτου 1967 όπου καταλύθηκε η Δημοκρατία στην Ελλάδα.



M47 Patton

The M47 Patton is an American medium tank, the second tank to be named after General George S. Patton, commander of the U.S. Third Army during World War II and one of the earliest American advocates of tanks in battle. It was a further development of the M46 Patton tank.


History

The M47 was the U.S. Army's and Marine Corps' primary tank, intended to replace the M46 Patton and M4 Sherman medium tanks. The M47 was widely used by U.S. Cold War allies, both SEATO and NATO countries, and was the only Patton series tank that never saw combat while in US service.


Although roughly similar to the later M48s and M60s, these were completely new tank designs. Many different M47 Patton models remain in service internationally. The M47 was the last US tank to have a bow-mounted machine gun in the hul.

Design

Although a new power plant corrected the mobility and reliability problems of the M26 Pershing, the subsequently renamed M46 was considered a stopgap solution that would be replaced later by the T42 medium tank. However, after fighting erupted in Korea, the Army decided it needed the new tank earlier than planned. It was deemed that there was not enough time to finish the development of the T42 and fix various problems that were likely to emerge in a new design. The final decision was to produce another interim solution, with the turret of the T42 mounted on the familiar hull of the M46.


The composite tank, developed by the Detroit Arsenal, was named M47 Patton and entered production in 1951. Its main gun was the M36 90 mm gun with an M12 optical rangefinder fitted. The secondary armament consisted of two .30cal Browning machine guns, one in the bow of the hull and one coaxial machine gun in the turret, and a .50cal Browning M2 on a pintle mount on the turret roof. The M47 was the last American designed tank to include a bow machine gun.


The T42 turret had a larger turret ring than the M26/M46 turret, and featured a needle-nose design which improved armor protection of the turret front (similar to the M60A1 tank of 1962), an elongated turret bustle and storage bin which protruded halfway across the engine deck, and the turret sides were sloped to further improve ballistic protection; this gave the turret a decidedly lozenge-shaped profile. It also featured the M12 stereoscopic rangefinder, which was designed to improve first-round hit probability but proved difficult to use; the rangefinder protruded from both sides of the upper turret front, which would be a feature of American tanks until the advent of the M1 Abrams in 1980.


Production began at the Detroit Tank Arsenal in June 1951 before the M47 was standardized for production. Delays in shipment of the M12 rangefinder and other problems due to the rushed production schedule caused a protracted testing period, and the first M47s were not fielded to the 1st and 2nd Armored Divisions until summer 1952. Standardized in May 1952, the M47 Patton's production ran until November 1953; Detroit built 5,481 tanks, and American Locomotive Company (Alco) produced 3,095, for a total production run of more 9.000 M47 Pattons.















ΠΗΓΕΣ :

http://el.wikipedia.org/wiki/M47_Patton

http://en.wikipedia.org/wiki/M47_Patton

http://gr-vehicles.wargamer.gr/index.php/1951-1975/79-m-47

24 Φεβ 2013

A-7Ε/H Corsair

A-7Ε/H Corsair

Είναι Aμερικάνικης κατασκευής, μονοθέσιο, μονοκινητήριο, μαχητικό αεροσκάφος κρούσης, μεγάλης εμβέλειας και εντάχθηκε στο οπλοστάσιο της Π.Α. το 1975.


Η συμβαση για την προμήθεια των Α-7Η υπογράφηκε τον Ιούνιο του 1974. Τον Αύγουστο του 1975 άρχισαν οι παραλαβές 60 αεροσκαφών, τα οποία κυριολεκτικά μεταμόρφωσαν τις δυνατότητες κρούσης της ΠΑ. Μέχρι την εμφάνιση του F-16C στην περιοχή της ΝΑ Μεσογείου, στα τέλη της δεκαετίας του '80, το Α-7Η αποτελούσε το πιο αποτελεσματικό μέσο για την προσβολή επίγειων και θαλάσσιων στόχων.


Πέντε διθέσια ΤΑ-7Η αγοράστηκαν το 1980 με σκοπό τη διευκόλυνση της επιχειρησιακής εκπαίδευσης ενώ ένα Α-7Η μετασκευάστηκε την ίδια χρονιά σε ΤΑ-7Η. Από το 1993 αρχίζουν να παραλαμβάνονται 62 μεταχειρισμένα Α-7Ε/ΤΑ-7C από αποθέματα του USN. Κυριότερες διαφορές τους σε σχέση με το Α-7Η είναι η ύπαρξη συστήματος FLIR και η δυνατότητα εναέριου ανεφοδιασμού.


Η Αμερικανική Π.Α. χρησιμοποίησε ευρέως το Α-7 στον πόλεμο του Βιετνάμ, στις επιχειρήσεις στην Λιβύη, το 1983 στην Αμερικάνικη επέμβαση στην Γρενάδα, το '89 στον Παναμά και το 1991 στη "Καταιγίδα της Ερήμου" όπου το αεροπλάνο διέπρεψε.

Τα Ελληνικά Α-7 έχουν αμιγώς ρόλο βομβαρδισμού και αρχικώς τοποθετήθηκαν στη Λάρισα (110 Π.Μ., 347 Μοίρα "Περσέας") και στη Σούδα (115 Π.Μ., 340 μοίρα "Αλεπού" και 345 μοίρα "Λαίλαψ").

Το 2002, μεταφέρθηκαν στον Άραξο (116 Π.Μ., 335 μοίρα "Τίγρης" και 336 μοίρα "Όλυμπος") στα πλαίσια της αναδιοργάνωσης των βάσεων της Π.Α..

Τα αεροπλάνα προβλέπεται να αντικατασταθούν λίαν συντόμως με σύγχρονα μαχητικά. Η χώρα μας είναι το μοναδικό κράτος που χρησιμοποιεί το εν λόγω αεροσκάφος στον κόσμο.


Τεχνικά χαρακτηριστικά / Επιδόσεις

Πλήρωμα: 1 (Α-7Ε/Η) ή 2 (ΤΑ-7H) (ΤΑ-7C)
Κινητήρας: 1 Allison/Rolls Royce TF41-A-400 non-afterburning turbofan/ Ώση: 14.450 λίβρες
Εκπέτασμα Πτερύγων: 11.8μ
Μήκος: 14.06μ
Μέγιστη ταχύτητα: 0.94 Mach
Μέγιστο ύψος: 60.000 πόδια
A-7 Corsair II


Το A-7 Corsair II είναι Αμερικάνικης κατασκευής, μονοθέσιο, μονοκινητήριο, μαχητικό αεροσκάφος κρούσης μεγάλης εμβέλειας. Η Αμερικανική πολεμική αεροπορία χρησιμοποίησε ευρέως το Α-7 στον πόλεμο του Βιετνάμ, στις επιχειρήσεις στην Λιβύη, το 1983 στην Αμερικάνικη επέμβαση στην Γρενάδα, το1989 στον Παναμά και το 1991 στη «Καταιγίδα της Ερήμου» όπου το αεροπλάνο διέπρεψε. Το Α-7 ήταν ένα πρωτοπόρο για την εποχή του αεροπλάνο, με πολύ προηγμένα συστήματα μάχης και ναυσιπλοΐας, τα οποία απουσίαζαν ακόμα και από τα καλύτερα καταδιωκτικά της εποχής.


Ιστορία

Αν και το A-4 Skyhawk θεωρείτο αποτελεσματικό στον ρόλο κρούσης για το Αμερικανικό Ναυτικό, το αεροπλάνο αυτό ήταν πολύ απλοϊκής σχεδίασης για να φέρει πολύ προηγμένα συστήματα που προετοιμάζονταν για εισαγωγή σε υπηρεσία. Ταυτόχρονα, το μικρό του μέγεθος σήμαινε και μικρή ικανότητα μεταφοράς καυσίμων και οπλικού φορτίου. Έτσι, το 1964, παρουσιάστηκαν οι προδιαγραφές για το πρόγραμμα VAL (V = βαρύτερο του αέρα, A = κρούσης, L = ελαφρό) και οι κατασκευαστές αεροσκαφών κλήθηκαν να παρουσιάσουν τις προτάσεις τους.


Τελικά, τέσσερις εταιρείες συμμετείχαν: η Vought, η Douglas, η Grumman και η NAA. Καθώς το ναυτικό δεν ήθελε να επιβαρύνει πολύ τον προϋπολογισμό του και να επανεκπαιδεύσει εκτενώς το προσωπικό του, έθεσε ως όρο, οι προτάσεις που θα παρουσιάζονταν να είχαν ως βάση αεροσκάφη ήδη σε υπηρεσία. Φυσικός νικητής, υπό αυτές τις προϋποθέσεις ήταν το σχέδιο της Vought, η οποία κατασκεύαζε εκείνη τη χρονική περίοδο το F-8 Crusader, το κύριο καταδιωκτικό που επιχειρούσε από τα αμερικανικά αεροπλανοφόρα. Κι αυτό, γιατί η πρότασή της ήταν στην ουσία μια αντιγραφή του Crusader, με κοντύτερη άτρακτο. Στις 19 Μαρτίου 1964, η Vought ανέλαβε την κατασκευή και την παράδοση των αεροσκαφών, με το χαρακτηριστικό A-7. Το αεροπλάνο ονομάστηκε αργότερα Corsair II, προς τιμήν του F4U Corsair της ίδιας εταιρείας.


Το αεροσκάφος υπηρέτησε επίσης και την Αμερικανική Πολεμική Αεροπορία, σε μια προσπάθεια να σμικρυνθούν τα έξοδα εξοπλισμού των σωμάτων του Αμερικανικού στρατού. Τα αεροσκάφη αυτά είχαν μικρές διαφοροποιήσεις από αυτά τα οποία χρησιμοποιούσε το Ναυτικό, το οποίο λίγο αργότερα αναγκάστηκε να ακολουθήσει τις αλλαγές της Αεροπορίας, καθώς βελτίωναν την απόδοση του αεροσκάφους.

Το A-7 πέταξε την πρώτη επιχειρησιακή αποστολή του το 1966 και παρέμεινε εν υπηρεσία με τον κύριο χρήστη τους, το Αμερικανικό Πολεμικό Ναυτικό, μέχρι τον Μάιο του 1991, ενώ σήμερα μόνο η Ελληνική Πολεμική Αεροπορία χρησιμοποιεί τακτικά τον τύπο. Άλλες δύο χώρες, η Πορτογαλία και ηΤαϊλάνδη ήταν χρήστες του, όμως η Πορτογαλία απέσυρε τα αεροσκάφη της το 1999, ενώ τα Ταϊλανδικά A-7 παραμένουν επιχειρησιακά μόνο σε περίπτωση ιδιαίτερα έκτακτης ανάγκης. Η δε παραγωγή του αεροσκάφους σταμάτησε το 1984 και 1570 αεροσκάφη κατασκευάστηκαν συνολικά.

Το Αεροσκάφος

Το Corsair κινείται στις υψηλές υποηχητικές ταχύτητες, κινούμενο από έναν αεριοστροβιλοπροωθητήρα TF-41-A-400, δίχως μετάκαυση. Η προσφερόμενη ώση είναι 67 kN (15,000 lbf). Σε συνδυασμό με την μεγάλη γωνία του εκπετάσματος (sweep angle), ο κινητήρας δίνει τη δυνατότητα στο A-7 να κινηθεί με ταχύτητες της τάξης του Mach 0.94 στα 20,000 πόδια (~6,500 m), και με μια ακτίνα ενεργείας 1,900 ναυτικών μιλίων (3400+ χιλιόμετρα), που παραμένει μεγαλύτερη ακόμα και αυτή των πιο σύγχρονα ελαφρά μαχητικά όπως του F-16. Εντούτοις, η πλειοψηφία των πιλότων που πέταξε το αεροσκάφος θεωρούσε ότι ήταν αδύναμο από πλευράς κινητήρων και ότι αυτό του στερούσε δυνατότητες μάχης, ειδικά στον τομέα της αερομαχίας.


Το Α-7 εισήγαγε ορισμένες σημαντικές καινοτομίες. Η πρώτη και κυριότερη ήταν η χρήση Heads Up Display (HUD) σε αεροπλάνο. Το HUD βοήθησε σημαντικά στην αποτελεσματικότητα του ως ελαφρού βομβαρδιστικού, καθώς πλέον ο πιλότος είχε μια πλήρη εικόνα της πτητικής κατάστασης του αεροσκάφους και χειριζόταν τα οπλικά συστήματα ενώ ταυτόχρονα διατηρούσε και επίγνωση της κατάστασης γύρω του. Δεύτερον, η ενοποίηση του ραντάρ AN/APQ-116 με το σύστημα πλοήγησης, το οποίο ήταν πλέον πλήρως ψηφιακό. Έτσι, το Α-7 μπορεί να διορθώνει μόνο του τις τυχόν αποκλίσεις του αδρανειακού συστήματος ναυσιπλοΐας που διαθέτει, καθώς και να δίνεται η δυνατότητα προβολής της θέσης του αεροσκάφους σε ψηφιακό χάρτη - άλλη μια καινοτομία που βοήθησε στην επιβίωση του σε δύσκολα περιβάλλοντα όπως στο Βιετνάμ και στην "Καταιγίδα της Ερήμου".


Τέλος, το πλήρως ψηφιακό σύστημα άφεσης όπλων χρησιμοποιήθηκε για να εκτελεστούν οι πρώτοι "χειρουργικοί" βομβαρδισμοί, είτε με "χαζές" είτε με "έξυπνες" βόμβες, και μάλιστα από μεγαλύτερα ύψη και αποστάσεις από ότι συνήθως, επιτρέποντας στο Corsair να παραμείνει εκτός ακτίνας των ελαφρών αεροπορικών και πυρών από ελαφρά όπλα ("trash fire" στην αργκό των πιλότων).


Το οπλικό φορτίο του Corsair μπορεί να είναι καθοδηγούμενα από λέιζερ βλήματα, πύραυλοι κατά τεθωρακισμένων, βόμβες διασποράς, πύραυλοι αντί-ραντάρ και ένα πολυβόλο M61 Vulcan. Σημαντική είναι η ικανότητα χρήσης πυραύλων ανίχνευσης θερμότητας στους φορείς των ακροπτέρυγων, που του δίνει την ικανότητα περιορισμένης αυτοάμυνας ενάντι εναέριων στόχων, ή ακόμα και την προσβολή χαμηλά πετούμενων στόχων, όπως ελικόπτερα ή άλλα αεροσκάφη κρούσης.


Το οπλικό φορτίο μπορεί να τοποθετηθεί σε έξι πυλώνες στα φτερά και δύο σταθμούς κάτω από την άτρακτο, και μπορεί να έχει ένα μέγιστο βάρος 66 τόνων. Είναι επίσης ικανό για εναέριο ανεφοδιασμό άλλων αεροσκαφών, με τη χρήση 4 εξωτερικών δεξαμενών καυσίμων. Άλλα σημαντικά συστήματα μάχης του Corsair είναι:

Ικανότητα FLIR (Forward Looking Infrared - Μπροστινή Διόπτευση με Υπέρυθρες), για την διεκπεραίωση νυχτερινών αποστολών.

Δυνατότητα να φέρει πυλώνες ηλεκτρονικού πολέμου ALQ-119 και ALQ-131.

Ραντάρ APQ-126, με ικανότητες χρήσης για πλοήγηση και μάχη.


LTV A-7 Corsair II

The Ling-Temco-Vought A-7 Corsair II is a carrier-capable subsonic light attack aircraft introduced to replace the Douglas A-4 Skyhawk. The A-7 airframe design was based on the successful supersonic Vought F-8 Crusader. It was one of the first combat aircraft to feature a head-up display (HUD), aninertial navigation system (INS), and a turbofan engine.


The Corsair II initially entered service with the United States Navy during theVietnam War. It was later adopted by the United States Air Force, including the Air National Guard, to replace the Douglas A-1 Skyraider, North American F-100 Super Sabre and Republic F-105 Thunderchief. The aircraft was also exported to Greece in the 1970s, and Portugal in the late 1980s.

Design and Development

In 1962, the United States Navy began preliminary work on VAX (Heavier-than-air, Attack, Experimental), a replacement for the A-4 Skyhawk with greater range and payload. A particular emphasis was placed on accurate delivery of weapons to reduce the cost per target. The requirements were finalized in 1963, announcing the VAL (Heavier-than-air, Attack, Light) competition.


To minimize costs, all proposals had to be based on existing designs. Vought, Douglas Aircraft, Grumman and North American Aviation responded. The Vought proposal was based on the successful F-8 Crusader fighter, having a similar configuration, but shorter and more stubby, with a rounded nose. It was selected as the winner on 11 February 1964, and on 19 March the company received a contract for the initial batch of aircraft, designated A-7. In 1965, the aircraft received the popular name Corsair II, after Vought's highly successful F4U Corsair of World War II. (There was also a Vought O2U Corsair biplane scout and observation aircraft in 1920s.)


Compared to the F-8 fighter, the A-7 had a shorter, broader fuselage. The wing had a longer span, and the unique variable incidence wing of the F-8 was omitted. To achieve the required range, the A-7 was powered by a Pratt & Whitney TF30-P-6 turbofan producing 11,345 lbf (50.5 kN) of thrust,[1] the same innovative combat turbofan produced for the F-111 and early F-14 Tomcats, but without the afterburner needed for supersonic speeds.


The aircraft was fitted with an AN/APQ-116 radar, later followed by the AN/APQ-126, which was integrated into the ILAAS digital navigation system. The radar also fed a digital weapons computer which made possible accurate delivery of bombs from a greater stand-off distance, greatly improving survivability compared with faster platforms such as the F-4 Phantom II. It was the first U.S. aircraft to have a modern head-up display, (made by Marconi-Elliott), now a standard instrument, which displayed information such as dive angle, airspeed, altitude, drift and aiming reticle. The integrated navigation system allowed for another innovation – the projected map display system (PMDS) which accurately showed aircraft position on two different map scales.


The A-7 had a fast and smooth development. The YA-7A made its first flight on 27 September 1965, and began to enter Navy squadron service late in 1966. The first Navy A-7 squadrons reached operational status on 1 February 1967, and began combat operations over Vietnam in December of that year.


The A-7 offered a plethora of leading-edge avionics compared to contemporary aircraft. This included data link capabilities that, among other features, provided fully "hands-off" carrier landing capability when used in conjunction with its approach power compensator (APC) or auto throttle. Other notable and highly advanced equipment was a projected map display located just below the radar scope. The map display was slaved to the inertial navigation system and provided a high-resolution map image of the aircraft's position superimposed over TPC/JNC charts. Moreover, when slaved to the all-axis auto pilot, the inertial navigation system could fly the aircraft "hands off" to up to nine individual way points. Typical inertial drift was minimal for newly manufactured models and the inertial measurement system accepted fly over, radar, and TACAN updates.


Improved Versions

Secretary of Defense Robert McNamara prodded the Air Force to adopt not only the hugely successful F-4, but also the Navy's A-7 Corsair as a low-cost follow-on to F-105s until the troubled F-111 became operationally available, and as a close-air support replacement for the Douglas A-1 Skyraider. On 5 November 1965, the USAF announced that it would purchase a version of the A-7, designated the A-7D, for Tactical Air Command. The Air Force ordered the A-7D with a fixed high speed refueling receptacle behind the pilot optimized for the KC-135's flying boom rather than the folding long probe of the Navy aircraft. The most important difference from the preceding 


Navy versions was the adoption of the Allison TF41turbofan, a license-built version of the British Rolls-Royce Spey. With 14,500 lbf (64.5 kN) of thrust, the engine offered a considerable boost in performance. The M61 Vulcan cannon was selected in place of the twin single-barrel 20 mm cannon. In addition, avionics were upgraded. The YA-7D prototype with a TF30 flew on 6 April 1968, with the first TF41-engined aircraft taking to the air on 26 September 1968. The aircraft were later updated to carry the Pave Penny laser spot tracker to add the capability to drop guided bombs. A total of 459 were built and assigned to tactical fighter wings of the Tactical Air Command (TAC).


Production of Corsairs continued until 1984, yielding a total of 1,569 aircraft built. The A-7 Corsair has the distinction of being the only United States single seat jet fighter-bomber of the 1960s that was designed, built, and deployed directly into the Vietnam War.

Operational History

Initial operational basing/homeporting for U.S. Navy A-7 squadrons was at NAS Cecil Field, Florida for Atlantic Fleet units and NAS Lemoore, California for Pacific Fleet units. This was in keeping with the role of these bases in already hosting the A-4 Skyhawk attack squadrons that would eventually transition to the A-7. From 1967 – 1971 a total of 27 Navy squadrons took delivery of four different A-7A/B/C/E models. The Vought plant in Dallas, TX employed up to 35,000 workers turned out one aircraft a day for several years to support the Navy carrier-based needs for Vietnam and SE Asia and commitments to NATO in Europe.


In 1974, when the USS Midway (CV 41) became the first Forward Deployed Naval Force (FDNF) aircraft carrier to be homeported in Yokosuka, Japan, two A-7B squadrons assigned to Carrier Air Wing FIVE (CVW-5) were concurrently homeported at NAF Atsugi, Japan. In 1978, these squadrons (VA-93 and VA-56) finally transitioned to the much more advanced A-7E model. Six Naval Reserve squadrons would also eventually transition to the A-7, operating from NAS Jacksonville, Florida; NAS Atlanta/Dobbins ARB, Georgia; NAS New Orleans, Louisiana; NAS Alameda, California and NAS Point Mugu, California. An additional active duty squadron stood up in the 1980s, Tactical Electronic Warfare Squadron 34 (VAQ-34) at NAS Point Mugu, which would operate twin-seat TA-7C and EA-7L aircraft with both a pilot and a Naval Flight Officer in an adversary electronic warfare role.


Pilots of the early A-7s lauded the aircraft for general ease of flying (with the exceptions of poor stability on cross-wind landings and miserable stopping performance on wet runways with an inoperative anti-skid braking system) and excellent forward visibility but noted a lack of engine thrust. This was addressed with A-7B and more thoroughly with A-7D/E.


The turbofan engine provided a dramatic increase in fuel efficiency compared with earlier turbojets– the A-7D was said to have specific fuel consumption one sixth that of an F-100 Super Sabre at equivalent thrust. An A-7D carrying 12 x 500 lb (227 kg) bombs at 480 mph (775 km/h) at 33,000 ft (10,000 m) used only 3,350 lb (1,500 kg) of fuel per hour. Typical fuel consumption at mission retrograde during aircraft carrier recovery was approximately 30 pounds per minute compared to 100+ pounds per minute for the Phantom F-4J/N series.The A-7 Corsair II was tagged with the nickname "SLUF" ("Short Little Ugly Fucker") by pilots.































Recent Post