slider

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

23 Ιουν 2013

F-4 Phantom II


F-4 Phantom II

Το F-4 Phantom II είναι μαχητικό-βομβαρδιστικό αεροσκάφος παντός καιρού, 2ης γενιάς. Τα πρώτα αεροσκάφη πέταξαν με την Πολεμική Αεροπορία των ΗΠΑ (USAF) το 1960 (αρχικά ως F-110 Spectre) ενώ εξήχθησαν σε 11 άλλες χώρες. Στην υπηρεσία της USAF παρέμεινε μέχρι το 1996 ενώ συνεχίζει να υπηρετεί σε άλλες πολεμικές αεροπορίες ανά τον κόσμο. Το αεροσκάφος ονομάστηκε ανεπίσημα και "Ρινόκερος" λόγω του τεράστιου μεγέθους του και της ιδιαίτερης αντοχής του.


ΙΣΤΟΡΙΑ

Στις αρχές του 1950, με την ταχύτατη πρόοδο της πολεμικής αεροπορικής τεχνολογίας, το Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ προκήρυξε διαγωνισμό για ένα αεροσκάφος που θα αντικαθιστούσε τα τότε μαχητικά και θα επέκτεινε την επιχειρησιακή δυνατότητα του σώματος. Αν και η αρχική πρόταση της McDonnell Douglas ήταν η αναβάθμιση των ήδη υπηρεσιακών αεροσκαφών, το Ναυτικό προσανατολίστηκε πιο πολύ σε προϊόντα ανταγωνιστών, όπως το Vought F-8 Crusader. Βλέποντας τον κίνδυνο να χάσει ένα ιδιαίτερα κερδοφόρο πελάτη, η εταιρία παρουσίασε ένα νέο μαχητικό πολλαπλών ρόλων το οποίο θα μπορούσε να αντικαταστήσει και τα A-4 Skyhawk στον ρόλο του βομβαρδισμού και τα F-8 Crusader στον ρόλο της αναχαίτισης. Το νέο αυτό μαχητικό πήρε την κωδική ονομασία YAH-1.


Για να είναι ένα πραγματικά πολλαπλών ρόλων αεροσκάφος, το ΥΑΗ-1 απαιτείτο να είχε ιδιαίτερα καλή κατασκευή ώστε να αντέχει τα μεγάλα φορτία βομβών, αλλά και να είναι ικανό στις αερομαχίες. Καθώς η τότε στρατηγική απέρριπτε τις κλειστές αερομαχίες λόγω της μεγάλης ταχύτητας των τζετ, αποφασίσθηκε το μοντέλο αυτό να είναι εξοπλισμένο με ένα πανίσχυρο ραντάρ και πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς - χαρακτηριστικά που θα του έδιναν τη δυνατότητα να καταρρίπτει στόχους από απόσταση χωρίς εμπλοκή σε αερομαχία. Παίρνοντας μια απόφαση που θα άλλαζε το ρου της αεροπορικής ιστορίας, οι σχεδιαστές αποφάσισαν να μην τοποθετήσουν πολυβόλο στο αεροσκάφος. Το πρωτότυπο πλέον πήρε την ονομασία F-4 Phantom. Άλλα ονόματα που προτάθηκαν ήταν Satan και Mithra, αλλά απορρίφθηκαν για ευνόητους λόγους.

Το 1959, έλαβε χώρα η πρώτη απογείωση του τύπου από αεροπλανοφόρο, ενώ την επόμενη χρονιά, το Ναυτικό άρχισε να εντάσσει το αεροσκάφος στη δύναμή του. Την ίδια εποχή, η Πολεμική Αεροπορία των ΗΠΑ αποφάσισε να ακολουθήσει το παράδειγμα, καθώς το Phantom έμοιαζε ιδανικό, και το 1963 παραγγέλθηκαν τα πρώτα αεροσκάφη, περίπου ίδια με την έκδοση του Ναυτικού.

Το Phantom κλήθηκε να πολεμήσει αμέσως μετά την εισαγωγή του στην ενεργό υπηρεσία, καθώς το επεισόδιο του Κόλπου Τόνκιν άρχιζε τον πόλεμο του Βιετνάμ. Στην αρχή τα αεροσκάφη χρησιμοποιούνταν ως συνοδεία βομβαρδιστικών, και ένα χρόνο μετά την αρχή του πολέμου, στις 9 Απριλίου 1965, το Phantom σημείωσε την πρώτη του κατάρριψη, ένα Βορειοβιετναμέζικο MiG-17. Το Phantom έκανε μια ιδιαίτερα ηρωική αλλά και προβληματική εμφάνιση σε αυτόν τον πόλεμο. Οι κανόνες εμπλοκής της εποχής απαιτούσαν την οπτική αναγνώριση των αεροσκαφών πριν την κατάρριψη. Έτσι το Phantom, που δεν ήταν σχεδιασμένο με αυτόν τον σκοπό, ξαφνικά βρέθηκε να υστερεί σημαντικά, κυρίως σε ευελιξία και σε οπλισμό για κλειστή αερομαχία, έναντι των MiG-17 και MiG-21 του Βόρειου Βιετνάμ. Με τους πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς να παρουσιάζονται ιδιαίτερα αναξιόπιστοι και το αεροσκάφος ιδιαίτερα αργό για κλειστές αερομαχίες, δεκάδες Phantom καταστράφηκαν πάνω από τους ουρανούς του Βιετνάμ.

Αυτή η καταστροφή ανάγκασε το Ναυτικό και την Αεροπορία να εισάγουν ειδικές τακτικές και εκπαίδευση (TOPGUN), πράγμα που βελτίωσε κάπως την απόδοση των πιλότων. Επίσης, ελήφθη η απόφαση να προστεθεί και πολυβόλο στο αεροσκάφος για κλειστές αερομαχίες. Το αναβαθμισμένο αεροσκάφος ονομάστηκε Phantom II. Ο πόλεμος του Βιετνάμ έδωσε το παρατσούκλι "Ο μεγαλύτερος διανομέας κομματιών MiG στον κόσμο" στο αεροσκάφος. Μετά τον πόλεμο, το αεροσκάφος αντικαταστάθηκε από το F-15 Eagle στον ρόλο της αερομαχίας και του δόθηκε ο ρόλος της καταστολής εχθρικής αεράμυνας (SEAD). Παράλληλα, άρχισαν οι εξαγωγές προς άλλες χώρες, κάποιες από τις οποίες χρησιμοποιούν τον τύπο ακόμα και σήμερα. Τα τελευταία F-4 αποσύρθηκαν από την ενεργό υπηρεσία των ΗΠΑ το 1996.


Στο Ναυτικό, ο τύπος αντικαταστάθηκε το 1974 από το F-14 Tomcat και στην Αεροπορία από τα F-15 Eagle και F-16 Fighting Falcon.

ΤΟ ΑΕΡΟΣΚΑΦΟΣ

Η βασική ιδέα στην κατασκευή του F-4 είναι η αντοχή. Έτσι είναι ιδιαίτερα μεγάλο και βαρύ, όπως επίσης και δυσκίνητο. Καθώς η στρατηγική της εποχής πρόσταζε αερομαχίες με πυραύλους, το αεροσκάφος φτιάχθηκε για ταχύτητα, πράγμα που αντικατοπτρίζεται από τους κινητήρες του με την θηριώδη ώση. Στην πραγματικότητα, αυτή η ισχύς τους είναι που βοήθησε το F-4 να επιβιώσει έναντι των πιο ευέλικτων σοβιετικών αεροσκαφών, επιτρέποντας του να επιταχύνει με ρυθμούς που οι αντίπαλοι δεν μπορούσαν να ακολουθήσουν. Οι απότομες γωνίες και το γενικότερα ιδιόμορφο σχήμα του αεροσκάφους οφείλονται στην ανάγκη για ταχύτητα. Καθώς το αεροσκάφος έχει δύο πολύ μεγάλους κινητήρες στην ουρά του, κρίθηκε αναγκαίο να μετατοπιστούν τα πτερύγια της ουράς σε υπερυψωμένη θέση. Τα φτερά επίσης είναι σχεδιασμένα με τη φιλοσοφία "γλάρου" (θυμίζουν δηλαδή φτερά γλάρου), ώστε να μην διακόπτεται η ροή του αέρα προς τα πτερύγια της ουράς.

Το πανίσχυρο αλλά και αρκετά περίπλοκο ραντάρ δημιούργησε την ανάγκη τοποθέτησης δεύτερου πιλότου ειδικά για τον χειρισμό του. Έτσι όλα τα Phantom είναι διθέσια: διαθέτουν έναν πιλότο και ένα χειριστή οπλικών συστημάτων. Ταυτόχρονα, το μέγεθος του ραντάρ έκανε απαραίτητη την μεγάλη και μακριά μύτη. Το όλο βάρος του σκάφους σε συνδυασμό με την ανάγκη για προσγείωση σε αεροπλανοφόρα έχει ως αποτέλεσμα το σύστημα προσγείωσης να είναι ιδιαίτερα κοντό και ανθεκτικό, δημιουργώντας έτσι ένα ιπτάμενο τανκ. Μαρτυρίες πιλότων της εποχής αναφέρουν ότι είχανε δει Phantom να χτυπιούνται από αντιαεροπορικά, από πυραύλους, να πιάνουν φωτιά, αλλά ποτέ ένα Phantom να διαλύεται στον αέρα αμέσως.


Οι πιλότοι του αεροσκάφους το έβρισκαν σχετικά εύκολο στο χειρισμό, χωρίς ιδιαίτερες εκπλήξεις στον φάκελο πτήσης του, και χωρίς να χρειάζεται να φοβούνται απώλειες ενέργειας από τους κινητήρες. Παρ' όλα αυτά, το Phantom ήταν ένα αεροσκάφος που απαιτούσε προχωρημένη εκπαίδευση και συνεργασία μεταξύ του πληρώματος.

Ένα από τα μεγαλύτερα εγγενή προβλήματα που παρουσίαζαν τα Phantom ήταν η κακοφτιαγμένη παροχή καυσίμου, που αν και γενικά αξιόπιστη, έκανε τους κινητήρες του να αφήνουν πίσω τους ένα σύννεφο μαύρου καπνού, πράγμα που τα έκανε ιδιαίτερα ορατά και προβλέψιμα. Με τους νέους κινητήρες που απέκτησαν στην διάρκεια της θητείας τους, το πρόβλημα βελτιώθηκε αρκετά.

ΤΟ F-4 ΣΕ ΠΟΛΕΜΟ

Τα F-4 ήταν το κύριο και πιο σύγχρονο μαχητικό του αμερικανικού Ναυτικού και Αεροπορίας από το 1960 μέχρι το 1975 περίπου. Έτσι η ιστορία του στην υπηρεσία των Αμερικανών είναι άμεσα συνδεδεμένη με τον πόλεμο του Βιετνάμ. Σε αυτόν, το F-4 αρχικά βρέθηκε σε δυσχερή θέση, με τα αντίπαλα μαχητικά, μικρότερα και πιο ευέλικτα να το κατατροπώνουν. Αν και υποτιθέμενα κατά πολύ ανώτερο του ανταγωνισμού, η αναλογία καταρρίψεων βυθίστηκε σε 2:1 (2 Βορειοβιετναμέζικα αεροσκάφη για κάθε ένα Aμερικάνικο).


Τα πληρώματα των F-4 επανεκπαιδεύτηκαν καλύτερα και μέχρι το τέλος του πολέμου, το F-4 είχε καθιερωθεί, καταρρίπτοντας συνολικά 277 εχθρικά αεροσκάφη και φέρνοντας την σχετική αναλογία σε 10:1. Το F-4 έδωσε στην USAF και το USN τους τελευταίους άσους τους:

- Στις 10 Μαΐου 1972 ο Ράντι Κάνινγχαμ (μετέπειτα πολιτικός) και ο Μπίλυ Ντρίσκολ του Ναυτικού έγιναν οι πρώτοι άσοι, πετυχαίνοντας την κατάρριψη του καλύτερου Βορειοβιετναμέζου πιλότου σε μια επική αερομαχία. Αργότερα καταρρίφθηκαν από αντιαεροπορικό πύραυλο, επιβίωσαν και επέστρεψαν στην βάση τους.

- Στις 28 Αυγούστου 1972, ήταν σειρά του Ρίτσαρντ Ρίτσι της Αεροπορίας να γίνει άσος καταρρίπτοντας το 5ο του εχθρικό αεροσκάφος

- Ακολούθησαν ο Τσαρλς Ντε Μπελβού καταρρίπτοντας 6 αεροσκάφη και ο Τζέφρι Φένσταϊν.

Το αεροσκάφος υπηρέτησε στο Βιετνάμ κυρίως σε ρόλο αεροπορικής υπεροχής, και δευτερευόντως βομβαρδισμού.

Τα αμερικάνικα F-4 στην συνέχεια μετατράπηκαν σε Wild Weasel (Άγριες Νυφίτσες), και οπλισμένα με τους πυραύλους Shrike και HARM ανέλαβαν τον ρόλο της εξουδετέρωσης αεραμυνών (SEAD). Είδαν εκτεταμένη χρήση και στην Καταιγίδα της Ερήμου, που ήταν και η τελευταία τους μεγάλη αποστολή.


Ο τύπος χρησιμοποιήθηκε εκτεταμένα και στους Αραβο-Ισραηλινούς Πολέμους, αρχίζοντας από το 1970, και συμμετέχοντας στον πόλεμο του Γιομ Κιπούρ (1974) και στην επιχείρηση Ειρήνη στην Γαλιλάια (1982). Η απόδοσή τους καταγράφεται σε 114 καταρρίψεις έναντι 56 απωλειών, τις οποίες οι Ισραηλινοί αποδίδουν σε βλάβες ή αντιαεροπορικά πυρά.

Όσα ελληνικά F-4 είχαν παραληφθεί, ήταν σε επιφυλακή κατά τον Αττίλα Ι ώστε να πολεμήσουν έναντι των τουρκικών δυνάμεων, αλλά αυτό δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ.

ΤΟ F-4 ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ

Τα πρώτα Phantom αγοράστηκαν το 1972 με το πρόγραμμα Peace Icarus I. Με μια ιδιότυπη διαδικασία δίχως διαγωνισμό και χωρίς την άμεση εμπλοκή της Πολεμικής Αεροπορίας, η συμφωνία - ύψους τότε 5 δις. δραχμών - ολοκληρώθηκε τάχιστα και στις 20 Απριλίου 1974 ο τύπος εντάχθηκε στην την ΠΑ και διαμοιράστηκε στις 338 και 339 Μοίρες Διώξεως Βομβαρδισμού.

Στην συνέχεια, το 1976, η Ελλάδα προέβη σε αγορά 24 ακόμα F-4E και φωτογραφικών RF-4E. Αυτό το πρόγραμμα ονομάστηκε Peace Icarus II. Μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, η Αεροπορία έλαβε ακόμα 27 RF-4E από την Γερμανική Πολεμική Αεροπορία. Μετά το 1990 και στο πλαίσιο ανταλλαγμάτων για την ανανέωση της συμφωνίας για τις αμερικανικές βάσεις, η ΠΑ απέκτησε από την Αεροπορική Εθνοφρουρά των ΗΠΑ 28 ακόμα F-4E.


Στα μέσα της δεκαετίας του 1990, η εκτεταμένη αγορά αεροσκαφών 3ης γενιάς από την Ελλάδα και την Τουρκία κατέστησαν τα παλαιότερα Phantom κατά πολύ υποδεέστερα. Έτσι, το 1997 η ΠΑ και η γερμανική DASA κατέληξαν σε συμφωνία για ένα εκτεταμένο πρόγραμμα αναβάθμισης των αεροσκαφών. Αυτό το πρόγραμμα ονομάστηκε Peace Icarus 2000 και αναβάθμισε με ικανότητες αεροσκαφών 3ης γενιάς 38 από τα ήδη υπάρχοντα F-4, όλα των προγραμμάτων Peace Icarus I και ΙΙ. Ταυτόχρονα η ΕΑΒ άρχισε την αναβάθμιση των μεταχειρισμένων αεροσκαφών. Αυτή η αναβάθμιση ήταν κυρίως αντικατάσταση δομικών στοιχείων ώστε να επεκταθεί το όριο ζωής των αεροσκαφών. Άλλωστε, πριν πωληθούν, η Αεροπορική Εθνοφρουρά τα χρησιμοποιούσε τακτικά και ως εκ τούτου είχαν ήδη ικανοποιητικές επιχειρησιακές δυνατότητες και κρίθηκε ασύμφορη η τεχνολογική αναβάθμισή τους.

Peace Icarus 2000

Το Peace Icarus 2000 ήταν ένα από τα καλύτερα προγράμματα αναβάθμισης των F-4 παγκοσμίως. Περιλαμβάνει την εγκατάσταση νέων ψηφιακών ενδείξεων στο πιλοτήριο του αεροσκάφους, την τοποθέτηση του ραντάρ APG-65GY, καινούρια συστήματα αδρανειακής πλοήγησης, όπως επίσης και λογισμικό και καλωδίωση για την εκτόξευση των σύγχρονων πυραύλων AIM-120 AMRAAM και AGM-65 Maverick. Τέλος τα αεροσκάφη εξοπλίζονται με υπολογιστές πτήσης ισραηλινής κατασκευής.


ΤΑ PHANTOM ΣΤΗ ΝΕΑ ΧΙΛΙΕΤΙΑ

Στα μέσα της δεκαετίας του 2000, το Phantom θεωρείται πλέον ξεπερασμένο ως σχεδιασμός και φιλοσοφία. Αν και υπάρχουν ορισμένες χρησιμότητες για την πλατφόρμα, δεν δικαιολογούν την ύπαρξη και συντήρηση αεροσκαφών τέτοιου τύπου σε μεγάλους αριθμούς. Έτσι σιγά-σιγά, τα Phantom αποσύρονται από την ενεργό δράση. Ήδη, από τα 121, μόνο τα αεροσκάφη Peace Icarus 2000 και ορισμένα φωτογραφικά παραμένουν σε υπηρεσία με την ΠΑ, κυρίως σε ρόλους εξουδετέρωσης αεράμυνας.


ΜΟΝΤΕΛΑ ΚΑΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ F-4

F-4A/B/J/N/S Τα μοντέλα αυτά ήταν τα αρχικά που κατασκέυασε η McDonnell-Douglas για το αμερικανικό Ναυτικό και την αεροπορία Πεζοναυτών. Το Α ήταν το πρωταρχικό μοντέλο, αλλά το πιο διαδεδομένα ήταν τα Β και J. Αυτά αναβαθμίστηκαν σε N και S αντίστοιχα.


F-4C/D/E Τα μοντέλα αυτά είναι μεταγενέστερα και χρησιμοποιήθηκαν από την USAF, με το C να είναι το βασικό μοντέλο. Τα μοντέλα D και E ήταν αυτά που εξήχθησαν πιο πολύ (με το Ε να έρχεται και στην Ελλάδα).



F-4G Το F-4G ήταν μια αναβάθμιση που υπέστησαν πολλά F-4E. Τα κατέστησε ιδανικά για το ρόλο της εξουδετέρωσης αεραμυνών, τοποθετώντας τους λογισμικό και εξοπλισμό για τον πύραυλο AGM-88 HARM. Τα F-4G ήταν τα τελευταία Phantom που αποσύρθηκαν από την ενεργό υπηρεσία στις ΗΠΑ, και ήταν το βασικό αεροσκάφος σε αυτόν το ρόλο στην Καταιγίδα της Ερήμου.


RF-4B/C/E Φωτογραφικά/αναγνωριστικά. Βασική διαφορά τους από τα άλλα είναι η φωτογραφική κάμερα που φέρουν αντί πολυβόλου.


F-4K/M F-4 ειδικά φτιαγμένα στις ανάγκες της RAF, με λογισμικό και καλωδίωση για τον εξοπλισμό της Αγγλικής αεροπορίας. Επίσης, φέρουν τους Αγγλικούς κινητήρες Rolls-Royce Spey. Τα Phantom αυτά αποσύρθηκαν από την ενεργό δράση στις αρχές τις δεκαετίας του 1990 και υπήρξε ενδιαφέρον γι´αυτά από την Ελλάδα.


F4EJ/F Εκδόσεις που κατασκευάστηκαν ειδικά για την Ιαπωνία (EJ) και την Γερμανία (F), με μειωμένες δυνατότητες λόγω των περιορισμών των εθνών αυτών σε πολεμικό υλικό.


QF-4 Τηλεκατευθυνόμενα μοντέλα F-4 για μελέτες νέων οπλικών συστημάτων. Είναι ο μοναδικός τύπος που χρησιμοποιείται αυτή τη στιγμή στις ΗΠΑ.


Kurnass 2000 Αναβάθμιση των F-4 της Ισραηλινής αεροπορίας που έγινε από τις ισραηλινές αμυντικές βιομηχανίες.


ΣΤΟΙΧΕΙΑ

- Το Phantom είναι ίσως το αεροσκάφος με τα πιο πολλά παρατσούκλια. Μερικά από αυτά είναι: "Διπλά άσχημο", "Ιπτάμενο Τούβλο", "Ο μεγαλύτερος διανομέας τμημάτων MiG στον κόσμο" κ.α.

- Το αεροσκάφος άλλαξε τον ρου της ιστορίας όταν η στιβαρή αλλά δυσκίνητη κατασκευή του το έκανε εύκολο στόχο για τα ευέλικτα αεροσκάφη των αντιπάλων. Τα μειονεκτήματα αυτά οδήγησαν σε αυξημένη εκπαίδευση, περίπλοκες τακτικές και πιο ιδανικά αεροσκάφη στην Δύση και ανάλογη κλιμάκωση και στο Σοβιετικό μπλοκ.

- Η μασκότ του αεροσκάφους είναι ένα φάντασμα, ο Spook, χαρακτήρας ο οποίος βρίσκεται σε οτιδήποτε έχει σχέση με το Phantom (από πρόθεση της κατασκευάστριας εταιρίας McDonnell-Douglas), και σε πολλά εμβλήματα μοιρών που το χρησιμοποιούσαν.


ΤΕΧΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

Κατασκευαστής : McDonnell Douglas (Boeing)

Χώρα προέλευσης : Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής

Διαστάσεις : (Μ/Π/Ύ) 19,2/11,7/5,02 μέτρα

Βάρος : (κενό/μέγιστο) 13.757/28.030 κιλά

Εμβέλεια : 4.180 km

Μέγιστη ταχύτητα : (sea level) 1445 km/h

Μέγιστη ταχύτητα : (40.000 πόδια) 2390 km/h

Αρχικός βαθμός ανόδου : 18.715 μ/λεπτό ή 61.400 πόδια/λεπτό

Μέγιστο επιχειρησιακό ύψος : 18.182 μ ή 62.250 πόδια

Κινητήρες : 2x GE J79-GE-17A Turbojets

Μέγιστη ώση : 159.2 kN (35,800 lb)

Οπλισμός Πυροβόλο : 1x20 χιλ. Μ61Α1 "Vulcan"


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ






















ΠΗΓΕΣ :

(1) :
http://www.haf.gr/el/mission/weapons/f4e.asp

(2) :
http://www.ellinikos-stratos.com/aeroporia/f-4_1.asp

(3) :
http://www.globalsecurity.org/military/systems/aircraft/f-4.htm

(4) :
http://www.boeing.com/defense-space/military/f4/

(5) :
http://www.fas.org/man/dod-101/sys/ac/f-4.htm

(6) :
http://www.redstar.gr/Foto_red/GR_AirF/Air_Power_F4E_PI2000.html

(7) :
http://www.redstar.gr/Foto_red/Signs/338.html

(8) :
http://el.wikipedia.org/wiki/F-4_Phantom_II

(9) :
http://en.wikipedia.org/wiki/McDonnell_Douglas_F-4_Phantom_II

(10) :

19 Μαρ 2013

Northrop F-5

Northrop F-5

Το Northrop F-5 είναι ένα ελαφρύ υπερηχητικό μαχητικό αεροσκάφος, σχεδιασμένο από την Αμερικανική Northrop στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Εκατοντάδες παραμένουν σε υπηρεσία σε αεροπορικές δυνάμεις σε ολόκληρο τον κόσμο και ο τύπος αποτέλεσε την βάση για την ανάπτυξη άλλων αεροσκαφών. Η παραγωγή του αεροσκάφους τερματίστηκε το 1987.


Σχεδίαση και εξέλιξη

Η ανάπτυξη του αεροσκάφους ξεκίνησε ως μια αυτοχρηματοδοτούμενη προσπάθεια της Northrop την δεκαετία του 1950. Το F-5 Freedom Fighterμπήκε σε υπηρεσία την δεκαετία του 1960 και μέχρι το 1972, οπότε και τερματίστηκε η γραμμή παραγωγής του αεροσκάφους πρώτης γενιάς, είχαν κατασκευαστεί περίπου 1100 αεροσκάφη για την Αμερικανική Αεροπορία και περισσότερα από 800 για τους συμμάχους των ΗΠΑ κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου.


Πρόθεση της Northrop ήταν το σχέδιο N-156 να αποτελέσει ένα χαμηλού κόστους και εύκολης συντήρησης μαχητικό αεροσκάφος. Για τον λόγο αυτό το αεροσκάφος σχεδιάστηκε γύρω από μία έκδοση με μετάκαυση των κινητήρων General Electric J85, έκδοση που είχε αναπτυχθεί για το μικροσκοπικό σκάφος παραπλάνησης McDonnell ADM-20 Quail το οποίο μεταφερόταν μέσα στο βομβαρδιστικό B-52 Stratofortress. Η απαίτηση για το σκάφος παραπλάνησης απαιτούσε ένα μικρό κινητήρα με μεγάλη αναλογία ώσης – βάρους. Ο Αμερικανικός Στρατός εξέφρασε ενδιαφέρον για μία έκδοση εγγύς υποστήριξης του σχεδίου αυτού, όμως η χρήση αεροσκαφών σταθερής πτέρυγας ήταν αρμοδιότητα της Αμερικανικής Αεροπορίας, η οποία δεν συμφωνούσε ούτε με την χρήση του N-156 ως μαχητικό πρώτης γραμμής ούτε είχε την διάθεση να επιτρέψει στον στρατό να χρησιμοποιεί μαχητικά αεροσκάφη σταθερής πτέρυγας (κατάσταση που επαναλήφθηκε και με το C-7 Caribou).


Η βελτιωμένη δεύτερη γενιά του αεροσκάφους, το F-5E Tiger II, και οι εκδόσεις που ακολούθησαν, χρησιμοποιήθηκαν επίσης ευρέως από την Αμερική και τους συμμάχους της ως επιθετικά και εκπαιδευτικά αεροσκάφη. Κατασκευάστηκαν 1400 και η παραγωγή του τερματίστηκε το 1987. Πολλά F-5 συνέχισαν να βρίσκονται σε υπηρεσία τις δεκαετίες του 1990 και του 2000, έχοντας υποστεί διάφορα προγράμματα αναβάθμισης. Σημαντικές υπήρξαν επίσης οι διάφορες αναγνωριστικές εκδόσεις του αεροσκάφους, τα RF-5.


Το F-5 υπήρξε ένα επιτυχημένο αεροσκάφος για τους συμμάχους των ΗΠΑ, όμως δεν υπήρξε ποτέ μαχητικό πρώτης γραμμής από την Αμερικανική Αεροπορία λόγω του στρατηγικού δόγματος της, το οποίο απαιτούσε μεγαλύτερα και βαρύτερα αεροσκάφη. Παρόλα αυτά η Αμερικανική Αεροπορία υιοθέτησε το εκπαιδευτικό T-38 Talon, το οποίο βασίζεται στην άτρακτο και τη σχεδίαση του F-5 και αποτέλεσε το πρώτο υπερηχητικό εκπαιδευτικό αεροσκάφος του κόσμου, ενώ το σχέδιο του F-5 αποτέλεσε στην αφετηρία για το YF-17, το οποίο εξελίχθηκε στο επιτυχημένο F/A-18 Hornet. Σε αντίθεση όμως με το F-5, το οποίο είναι ένα ελαφρύ μαχητικό και αναπτύχθηκε γύρω από τους μικρότερους διαθέσιμους κινητήρες, η τελική εξέλιξη του F/A-18E/F Super Hornet είναι ένα σχετικά βαρύ μαχητικό και επιθετικό αεροσκάφος.


Επιχειρησιακή Ιστορία

F-5A/B Freedom Fighter


Όταν η Κυβέρνηση Κέννεντυ, στα πλαίσια του Προγράμματος Στρατιωτικής Βοήθειας, χρειάστηκε ένα μαχητικό χαμηλού κόστους για να το διανείμει στα λιγότερο ανεπτυγμένα κράτη, το σχέδιο N-156 της Northrop βρέθηκε πρώτο στην λίστα επιλογής και πήρε την ονομασία F-5A.


Το πρώτο συμβόλαιο για το αεροσκάφος παραγωγής έγινε το 1962, ενώ η πρώτη εξαγωγική παραγγελία έγινε τον Φεβρουάριο του 1964 από την Πολεμική Αεροπορία της Νορβηγίας. Συνολικά κατασκευάστηκαν 636 F-5Aμέχρι τον τερματισμό της γραμμής παραγωγής το 1972, καθώς και 200 διθέσια F-5B επιχειρησιακά εκπαιδευτικά αεροσκάφη τα οποία δεν έφεραν πυροβόλα στο ρύγχος.


Η Αμερικανική Αεροπορία δοκίμασε το 1965 το F-5A σε πολεμικές συνθήκες, με την ονομασία Skoshi Tiger (Μτφ: Μικρός Τίγρης. Η λέξη «skoshi» προέρχεται από την Ιαπωνική λέξη «sukoshi» η οποία σημαίνει μικρός). 12 αεροσκάφη παραδοθήκαν στην 4503η Τακτική Πτέρυγα Μαχητικών και πήραν την ονομασία F-5C. Τα αεροσκάφη αυτά ανέλαβαν πολεμικά καθήκοντα στο Βιετνάμ, πετώντας περισσότερες από 3,500 αποστολές από την 3η Τακτική Πτέρυγα Μαχητικών στην Μπιέν Χόα του Νοτίου Βιετνάμ, ενώ δύο αεροσκάφη χάθηκαν στη μάχη. Το πρόγραμμα όμως τερματίστηκε σύντομα, κυρίως για πολιτικούς λόγους παρά από επιλογή της αεροπορίας. Πρέπει να σημειωθεί ότι το δυηχητικό F-104 Starfighter και το εξελιγμένο F-102 Delta Daggerδοκιμάστηκαν αλλά αποσύρθηκαν εντελώς από το Βιετνάμ.


Συνέπεια της επιχειρησιακής επιτυχίας του προγράμματος Skoshi Tiger η πολεμική Αεροπορία των Φιλιππίνων αγόρασε 23 αεροσκάφη F-5 το 1965.

Τα εναπομείναντα αεροσκάφη της 4503ης Τακτικής Πτέρυγας Μαχητικών παραδόθηκαν στην πολεμική αεροπορία του Νοτίου Βιετνάμ, η οποία μέχρι τότε χρησιμοποιούσε μόνο τα αργοκίνητα A-37 Dragonfly και ελικοφόρα A-1 Skyraider επιθετικά αεροσκάφη. Ο πρόεδρος του Βιετνάμ ζητούσε αεροσκάφη F-4 Phantom, όμως η αεροπορία του Νοτίου Βιετνάμ πετούσε κυρίως αποστολές κατά στόχων εδάφους, καθώς οι κουμμουνιστικές δυνάμεις του Βορείου Βιετνάμ δεν επιχειρούσαν με αεροσκάφη πάνω από το Νότιο Βιετνάμ.

Όταν αργότερα στη διάρκεια του πολέμου η Μπιέν Χόα κατελήφθη από τις δυνάμεις του Βόρειου Βιετνάμ πολλά από τα αεροσκάφη αιχμαλωτίστηκαν και χρησιμοποιήθηκαν επιχειρησιακά από αεροπορία του Βορείου Βιετνάμ. Από άποψη επίδόσεων, εκτέλεσης ελιγμών και μεγέθους το F-5 φαινόταν ικανός αντίπαλος ενάντια στα MiG-21 στις αερομαχίες, όμως η φιλοσοφία της Αμερικανικής αεροπορίας απαιτούσε μεγαλύτερα, γρηγορότερα, βαρύτερα και με μεγαλύτερη εμβέλεια αεροσκάφη για επιχειρήσεις πάνω από το Βιετνάμ, όπως τα F-105 Thunderchief και F-4.


Πολλά από τα F-5 που αιχμαλωτίστηκαν με την λήξη του Πολέμου του Βιετνάμ στάλθηκαν στην Πολωνία και την Ρωσία για μελέτη της αμερικανικής αεροπορικής τεχνολογίας, ενώ άλλα τοποθετήθηκαν σε διάφορα μουσεία του Βιετνάμ. Κάποια πλεονάζοντα F-5A και F-5E πουλήθηκαν σε ιδιώτες.

F-5E/F Tiger II

Το 1970 η Northrop κέρδισε τον διαγωνισμό για ένα βελτιωμένο Διεθνές Μαχητικό Αεροσκάφος (International Fighter Aircraft - IFA) το οποίο θα αντικαθιστούσε το F-5A. Αποτέλεσμα του διαγωνισμού ήταν το F-5A-21, που στη συνέχεια πήρε την ονομασία F-5E. Είχε μεγαλύτερη άτρακτο, μεγαλύτερη πτερυγική επιφάνεια και πιο εξελιγμένα συστήματα πτήσης, περιλαμβανομένου και ραντάρ Emerson AN/APQ-153 (σε αντίθεση με τα F-5A και –B τα οποία δεν διέθεταν ραντάρ).


Παράλληλα υπήρχε η δυνατότητα τοποθέτησης επιπλέον συστημάτων πτήσης, ανάλογα τις απαιτήσεις του κάθε χρήστη. Επίσης αναπτύχθηκε η διθέσια εκπαιδευτική έκδοση F-5F που όμως διατηρούσε τις ικανότητες μάχης. Σε αντίθεση με το F-5B που δεν έφερε πυροβόλα, το F-5F έφερε ένα πυροβόλο M39 cannon στο ρύγχος με μειωμένη όμως ποσότητα πυρομαχικών. Έφερε επίσης ραντάρ Emerson AN/APQ-157, το οποίο ήταν μία έκδοση του AN/APQ-153 και είχε εμβέλεια 10 ναυτικά μίλια, και διπλά χειριστήρια ελέγχου και συστήματα απεικόνισης για τα δύο μέλη του πληρώματος.


Αναπτύχθηκε επίσης και η αναγνωριστική έκδοση RF-5E Tigereye που έφερε αισθητήρες στο ρύγχος αντί του ραντάρ και ένα πυροβόλο. Μία αναβάθμιση του συστήματος ραντάρ που προσφέρθηκε περιλάμβανε τη χρήση του Emerson AN/APG-69, το οποίο ήταν διάδοχος του AN/APQ-159, και είχε ικανότητα χαρτογράφησης. Η αναβάθμιση αυτή όμως δεν έτυχε μεγάλης αποδοχής από τις χώρες χρήστες του αεροσκάφους για οικονομικούς λόγους και έτσι το νέο ραντάρ χρησιμοποιήθηκε περιορισμένα από την Αμερικανική και Ελβετική αεροπορία.


Το F-5E έλαβε το επίσημο όνομα Tiger II. Κατά τη διάρκεια της επιχειρησιακής του ζωής έλαβε πολλές αναβαθμίσεις, με σημαντικότερη την τοποθέτηση νέου ραντάρ επίπεδης διάταξης Emerson AN/APQ-159 με εμβέλεια 20 ναυτικά μίλια. Παρόμοιες αναβαθμίσεις προσφέρθηκαν και για το F-5F με το εξελιγμένο AN/APQ-167 που όμως δεν υλοποιήθηκε.


Η Northrop κατασκεύασε 792 F-5E, 140 F-5F and 12 RF-5E. Περισσότερα κατασκευάστηκαν κατόπιν αδείας στο εξωτερικό: 56 F-5E και -F και 5 RF-5E στην Μαλαισία, 90 F-5E και –F στην Ελβετία (κάποια από τα οποία έχουν ενοικιαστεί την Αυστρία για να καλύψουν το κενό που δημιουργήθηκε από την απόσυρση των Saab Draken και μέχρι την παραλαβή των Eurofighter), 68 στην Νότια Κορέα και 308 στην Ταϊβάν.


Πολλές εκδόσεις του F-5 παραμένουν ακόμα σε υπηρεσία σε πολλές χώρες. Τα πλέον εξελιγμένα είναι τα αεροσκάφη της Σιγκαπούρης, η οποία διατηρεί ένα στόλο 49 αναβαθμισμένων μονοθέσιων F-5S και διθέσιων F-5T. Η αναβάθμιση περιελάμβανε νέο ραντάρ κατασκευασμένο από το Ισραήλ, αναβαθμισμένο πιλοτήριο με οθόνες πολλαπλών ενδείξεων και συμβατότητα με τους πυραύλους αέρος αέρος Rafael Python και AIM-120 AMRAAM.


Προγράμματα αναβάθμισης πραγματοποιήθηκαν από το Ισραήλ και για τα αεροσκάφη της αεροπορίας της Ταϊλάνδης, τα οποία ονομάστηκαν F-5T Tigris, οπλισμένα με πυραύλους Python III και 4, χωρίς όμως την ικανότητα να χρησιμοποιούν πυραύλους εμβέλειας πέραν του οπτικού ορίζοντα.

Εκδόσεις

Μονοθέσιες εκδόσεις


N-156F

Αρχική ονομασία των τριών πρωτοτύπων του μαχητικού.

YF-5A

Η ονομασία που έδωσε η Αμερικανική Πολεμική Αεροπορία στα τρία πρωτότυπα.

F-5A

Μονοθέσια έκδοση παραγωγής.

F-5A (G)

Μονοθέσια έκδοση του F-5A για την Νορβηγική Πολεμική Αεροπορία.

XF-5A

Ονομασία που δόθηκε σε ένα αεροσκάφος που χρησιμοποιήθηκε για στατικές δοκιμές.

F-5C Skoshi Tiger

12 αεροσκάφη F-5A Freedom Fighter τα οποία δοκιμάστηκαν για σχεδόν πέντε μήνες στο Βιετνάμ.

F-5E Tiger II

Μονοθέσια έκδοση παραγωγής.


F-5E Tiger III

Αναβαθμισμένη έκδοση του F-5E για την Πολεμική Αεροπορία της Χιλής.

F-5F Tiger II

Μονοθέσια έκδοση για την Πολεμική Αεροπορία της Τυνησίας.

F-5G

Προσωρινή ονομασία που δόθηκε στο F-20A Tigershark.

F-5N

Πρώην Ελβετικά F-5E σε υπηρεσία με το Αμερικανικό Ναυτικό

F-5S

Αναβαθμισμένη έκδοση του F-5E για την Πολεμική Αεροπορία της Σινγκαπούρης.

F-5T Tigris

Αναβαθμισμένη έκδοση του F-5E από το Ισραήλ για την Πολεμική Αεροπορία της Ταϊλάνδης.

F-5EM

Αναβαθμισμένη έκδοση του F-5E για την Πολεμική Αεροπορία της Βραζιλίας.


Αναγνωριστικές εκδόσεις

RF-5A

Μονοθέσια αναγνωριστική έκδοση του F-5A.

RF-5A (G)

Μονοθέσια αναγνωριστική έκδοση του F-5A για την Νορβηγική Πολεμική Αεροπορία.

RF-5E Tigereye

Μονοθέσια αναγνωριστική έκδοση του F-5E. Το RF-5E Tigereye χρησιμοποιήθηκε από την Σαουδική Αραβία, το Ιράν και την Μαλαισία.


RF-5E Tigergazer

Αναβαθμισμένη μονοθέσια αναγνωριστική έκδοση του Upgraded F-5E. Το Tigergazer βρίσκεται σε υπηρεσία με την Πολεμική Αεροπορία της Ταϊβάν.

RF-5S Tigereye

Μονοθέσια αναγνωριστική έκδοση του F-5S για την Πολεμική Αεροπορία της Σινγκαπούρης.

Διθέσιες εκδόσεις


F-5-21

Προσωρινή ονομασία που δόθηκε στο YF-5B.

YF-5B

Ένα F-5B στο οποίο τοποθετήθηκε κινητήρας General Electric J85-GE-21 και χρησιμοποιήθηκε ως πρωτότυπο για το F-5E Tiger II.

F-5B

Διθέσια εκπαιδευτική έκδοση.

F-5B(G)

Διθέσια εκπαιδευτική έκδοση του F-5B για την Νορβηγική Πολεμική Αεροπορία.

F-5D

Διθέσια εκπαιδευτική έκδοση που όμως δεν κατασκευάστηκε.


F-5F Tiger II

Διθέσια εκπαιδευτική έκδοση.

F-5F Tiger III

Αναβαθμισμένη διθέσια εκπαιδευτική έκδοση του F-5F για την Πολεμική Αεροπορία της Χιλής.

F-5T

Αναβαθμισμένο F-5F για την Πολεμική Αεροπορία της Σινγκαπούρης.

F-5FM

Αναβαθμισμένη έκδοση του F-5F για την Πολεμική Αεροπορία της Βραζιλίας.


Το F-5 σε Ελληνική Υπηρεσία

Τα πρώτα αεροσκάφη F-5Α και F-5Β παραδόθηκαν στην Ελληνική Πολεμική Αεροπορία το Μάιο του 1965, ενώ το 1968 και 1969 παραλήφθηκαν 16 φωτοαναγνωριστικά RF-5Α. Η τελευταία παραλλαγή που εισήλθε σε υπηρεσία το 1991 ήταν το NF-5A/B κατασκευής Canadair από τα αποθέματα της Ολλανδικής Πολεμικής Αεροπορίας, με αναβαθμισμένο εξοπλισμό σε σχέση με τα παλιότερα F-5Α αμερικάνικης κατασκευής. Το F-5 αποσύρθηκε το Μάρτιο του 2001 υπηρετώντας πιστά όλους τους ρόλους για τους οποίους σχεδιάστηκε, από αναχαίτηση μέχρι ρόλους δίωξης και βομβαρδισμού,ενώ χρησιμοποιήθηκε και ως μέσο εξοικείωσης νέων χειριστών σε αεριωθούμενα μαχητικά. Παράλληλα το F-5 εξόπλισε για μικρό χρονικό διάστημα (1967-1968) το τρίτο Ελληνικό Ακροβατικό Σμήνος, Νέα Ελληνική Φλόγα.


Αναλυτικά τα F-5 εξόπλισαν τις:

337 Μοίρα Αναχαιτίσεως Ημέρας (ΜΑΗ) «Φάντασμα» από το 1967 έως το 1978 (Αεροπορική Βάση Λάρισας).

341 Μοίρα Αναχαιτίσεως Ημέρας (ΜΑΗ) «Bέλος» από το 1965 έως το 1993 (Αεροπορική Βάση Νέας Αγχιάλου).

343 Μοίρα Αναχαιτίσεως Ημέρας (ΜΑΗ) «Αστέρι» από το 1966 έως το 2001 (Αεροπορική Βάση Νέας Αγχιάλου - Αεροπορική Βάση Θεσσαλονίκης, Αεροδρόμιο Μακεδονία).

349 Μοίρα Αναχαίτισης Ημέρας (ΜΑΗ) από το 1967 έως το 1975 (Αεροπορική Βάση Λάρισας).


Northrop F-5

The Northrop F-5A/B Freedom Fighter and the F-5E/F Tiger II are part of a family of widely used light supersonic fighter aircraft, designed and built by Northrop. Although less complex and in avionics less advanced than some of its contemporary aircraft such as the McDonnell Douglas F-4 Phantom II, it was significantly cheaper to procure and operate, leading to widespread popularity as an export fighter to U.S. allies.

Despite not being procured in volume by the United States, it was perhaps the most effective air-to-air fighter possessed by the U.S. in the 1960s and early 1970s. Strengths include the ability to achieve surprise due to small size rendering it difficult for opposing pilots to see, excellent maneuverability, nearly viceless flying qualities and a resulting low accident rate, and a high sortie generation rate. The general high capability, reliability, and maintainability of the F-5 are such that hundreds have remained in service with multiple air forces into the 21st century.


The F-5 started life as a privately funded light fighter program by Northrop in the 1950s. The design team wrapped a small and highly aerodynamic fighter around two compact and high thrust-to-weight ratio General Electric J85 engines, focusing on high performance and low cost of maintenance. Armed with twin 20 mm cannons and missiles for air-to-air combat, the aircraft was also a capable ground attack platform. The first-generation F-5A entered service in the early 1960s. During the Cold War, over 800 were produced through 1972 for U.S. allies. While the USAF had no acknowledged need for a light fighter, it did procure roughly 1,200 supersonic trainer aircraft that were an F-5 derivative, the Northrop T-38 Talon. The T-38 remains in active service as the primary advanced trainer of the USAF.


As a result of winning the International Fighter Aircraft competition in 1970, a program aimed at providing effective low cost fighters to American allies, Northrop introduced the second-generation F-5E Tiger II in 1972. This upgrade included more powerful engines, higher fuel capacity, greater wing area and improved leading edge extensions for better turn rate, optional air to air refueling, and improved avionics including air-to-air radar. Though primarily used by American allies, it also served in U.S. military aviation as a training and aggressor aircraft. A total of 1,400 Tiger II versions were built, production came to an end in 1987.


The F-5 was also developed into a dedicated reconnaissance version, the RF-5 Tigereye. The F-5 also served as a starting point for a series of design studies which resulted in the twin-tailed Northrop YF-17 and the F/A-18 series of carrier-based fighters. The Northrop F-20 Tigershark was an advanced version of the F-5E that did not find a market. The F-5N/F variants remain in service with the United States Navy and United States Marine Corps as an adversary trainer.


Design and development

Origins

In the mid-1950s, Northrop started development on a low-cost, low-maintenance fighter, with the company designation N-156, partly to meet a U.S. Navy requirement for a jet fighter to operate from its escort carriers, which were too small to operate the Navy's existing jet fighters. That requirement disappeared when the Navy decided to withdraw the escort carriers, but Northrop continued development of the N-156, with both a two-seat advanced trainer (the N-156T), and a single-seat fighter (the N-156F) planned.


The design effort was led by Northrop vice president of engineering and accomplished aircraft designer Edgar Schmued, who previously at North American Aviation had been the chief designer of the highly successful P-51 Mustang and F-86 Sabre fighters. Schmued recognized that an efficient supersonic light fighter could be developed, taking advantage of the compact but high thrust-to-weight ratio General Electric J85 turbojet engine and the transonic area rule, seeking to reverse the trend in fighter development towards greater weight and cost. The J85 powerplant was developed to power McDonnell's ADM-20 Quail decoy employed upon the Boeing B-52 Stratofortress.


Another highly influential figure was chief engineer Welko Gasich, who convinced Schmued that the engines must be located within the fuselage for maximum performance. Gasich also for the first time introduced the concept of "life cycle cost" into fighter design, which provided the foundation for the F-5's low operating cost and long service life.


The N-156T was selected by the United States Air Force as a replacement for the T-33 in July 1956. Development proceeded quickly, with the first prototype aircraft, later designated YT-38 Talon, taking its first flight on 12 June 1959. A total of 1,158 Talons would be built by the time production ended in January 1972.


Development of the N-156F continued at a lower priority as a private venture by Northrop, which was rewarded by an order for three prototypes on 25 February 1958 as a prospective low-cost fighter that could be supplied under the Military Assistance Program for distribution to less-developed nations. The first N-156F flew at Edwards Air Force Base on 30 July 1959, exceeding the speed of sound on its first flight.


Although testing of the N-156F was successful, demonstrating unprecedented reliability and proving superior in the ground-attack role to the USAF's existing North American F-100 Super Sabres, official interest in the Northrop type waned, and by 1960 it looked as if the program was a failure. Interest revived in 1961, but when the U.S. Army tested it, (along with the Douglas A-4 Skyhawk and Fiat G.91) for reconnaissance and close-support, although all three types proved capable during Army testing, operating fixed-wing combat aircraft was legally the responsibility of the Air Force, which would not agree to operate the N-156 or allow the Army to operate fixed-wing combat aircraft, a situation repeated with the C-7 Caribou.


In 1962, however, the Kennedy Administration revived the requirement for a low-cost export fighter, selecting the N-156F as winner of the F-X competition on 23 April 1962 subsequently becoming the "F-5A", being ordered into production in October that year. It was named under the 1962 United States Tri-Service aircraft designation system, which included a re-set of the fighter number series (the General Dynamics F-111 was the highest sequentially numbered P/F-aircraft to enter service under the old number sequence).


Northrop built 624 F-5As (including three YF-5A prototypes) before production ended in 1972. These were accompanied by 200 two-seat F-5B aircraft. These were operational trainers, lacking the nose-mounted cannon but otherwise combat-capable, while 86 RF-5A reconnaissance variants of the F-5A, fitted with a four-camera nose were also built. In addition, Canadair built 240 first generation F-5s under license, with CASA in Spain adding a further 70 aircraft.


F-5E and F-5F Tiger II

In 1970, Northrop won the International Fighter Aircraft (IFA) competition to replace the F-5A, with better air-to-air performance against aircraft like the Soviet MiG-21. The resultant aircraft, initially known as F-5A-21, subsequently became the F-5E. It had more powerful (5,000 lbf) General Electric J85-21 engines, and had a lengthened and enlarged fuselage, accommodating more fuel. Its wings were fitted with enlarged leading edge extensions, giving an increased wing area and improved maneuverability. The aircraft's avionics were more sophisticated, crucially including a radar (initially the Emerson Electric AN/APQ-153) (the F-5A and B had no radar). It retained the gun armament of two M39 cannon, one on either side of the nose) of the F-5A. Various specific avionics fits could be accommodated at customer request, including an inertial navigation system, TACAN and ECM equipment.


The first F-5E flew on 11 August 1972. A two-seat combat-capable trainer, the F-5F, was offered, first flying on 25 September 1974, with a new, longer nose, which, unlike the F-5B that did not mount a gun, allowed it to retain a single M39 cannon, albeit with a reduced ammunition capacity. The two-seater was equipped with the Emerson AN/APQ-157 radar, which is a derivative of the AN/APQ-153 radar, with dual control and display systems to accommodate the two-men crew, and the radar has the same range of AN/APQ-153, around 10 nmi.


A reconnaissance version, the RF-5E Tigereye, with a sensor package in the nose displacing the radar and one cannon, was also offered.

The F-5E eventually received the official name Tiger II; 792 F-5Es, 146 F-5Fs and 12 RF-5Es were eventually built by Northrop. More were built under license overseas: 91 F-5Es and -Fs in Switzerland, 68 by Korean Air in South Korea, and 308 in Taiwan. The F-5 proved to be a successful combat aircraft for U.S. allies, but had no combat service with the U.S. Air Force. The F-5E evolved into the single-engine F-5G, which was rebranded the F-20 Tigershark. It lost out on export sales to the F-16 in the 1980s.


Variants

Single-seat versions

N-156F
Single-seat fighter prototype. Only three aircraft were built.

YF-5A
The three prototypes were given the U.S. Air Force designation YF-5A.

F-5A
Single-seat fighter version of F-5, originally without radar, but was later equipped with AN/APQ-153 radar during upgrades.

F-5A (G)
Single-seat fighter version of the F-5A for the Royal Norwegian Air Force.


XF-5A
This designation was given to one aircraft used for static tests.

A.9
Designation of Spanish built F-5A which served in the Ejército del Aire

B.Kh.18
Thai designation of the F-5A

B.Kh.18B
Thai designation of the F-5E

F-5C Skoshi Tiger
12 F-5A Freedom Fighters, were tested by the U.S. Air Force for four and a half months in Vietnam.

F-5E Tiger II
Single-seat fighter version with AN/APQ-159 replacing earlier AN/APQ-153 in F-5A.


F-5E Tiger III
Upgraded version of the F-5E in use by the Chilean Air Force, with EL/M-2032 radar replacing the original AN/APQ-159.

F-5E/F
A single Swiss Air Force F-5E with F-5F Wings. Currently (2011), this aircraft is part of the Museum at Meiringen AFB

F-5G
The temporary designation given to the F-20 Tigershark, armed with General Electric AN/APG-67 radar.

F-5N
Ex-Swiss Air Force F-5Es used by the U.S. Navy as "aggressor" aircraft, with AN/APG-69 replacing the original AN/APQ-159. Intended to replace high-time USN/USMC F-5Es in the adversary role, and see service through to 2015.

F-5S
Upgraded version of the F-5E in use by the Republic of Singapore Air Force, equipped with the Galileo Avionica's FIAR Grifo-F X-band radar and are capable of firing the AIM-120 AMRAAM.

F-5T Tigris
Upgraded version of the F-5E of Royal Thai Air Force by Israel, also armed with EL/M-2032.


F-5EM
Upgraded version of the F-5E of Brazilian Air Force armed with Italian Grifo-F radar.

F-5TIII
Upgraded version of the F-5E, in service with the Royal Moroccan Air Force.

F-5E Tiger 2000
Upgraded version of Taiwan AIDC,equipped with the GD-53 radar, are capable of firing the TC-2 Sky Sword II, MIL-STD-1553B Link and GPS/INS.


Reconnaissance versions

RF-5A
Single-seat reconnaissance version of the F-5A fighter. Approximately 120 were built.

RF-5A (G)
Single-seat reconnaissance version of the F-5A fighter for the Royal Norwegian Air Force.

RF-5E Tigereye
Single-seat reconnaissance version of the F-5E fighter. The RF-5E Tigereye was exported to Saudi Arabia and Malaysia.


RF-5E Tigergazer
Seven upgraded single-seat reconnaissance version of the F-5E for Taiwan by ST Aerospace.

RF-5S Tigereye
Single-seat reconnaissance version of the F-5S for the Republic of Singapore Air Force.

AR-9
Spanish reconnaissance aircraft

B.TKh.18
Thai designation of the RF-5A

Two-seat versions


AE.9
Spanish designation of the SF-5B

B.Kh.18A
Thai designation of the F-5B

B.Kh.18C
Thai designation of the F-5F

F-5-21
Temporarily designation given to the YF-5B.

YF-5B
One F-5B was fitted with a 5,000 lbf (2,268 kgf) General Electric J85-GE-21 engine, and used as a prototype for the F-5E Tiger II.

F-5B
Two-seat fighter version for the Republic of Korea Air Force, armed with AN/APQ-157 radar.


F-5B(G)
Two-seat trainer version of the F-5B for the Royal Norwegian Air Force.

F-5B M
Two-seat trainer version in use by the Spanish Air Force for air combat training.

F-5D
Unbuilt trainer version.

F-5F Tiger II
Two-seat trainer version of F-5E Tiger II, AN/APQ-167 radar tested, intended to replace AN/APQ-157, but not carried out.

F-5F Tiger III
Upgraded trainer version of the F-5F in use by the Chilean Air Force.

F-5T
Upgraded F-5F in use by the Republic of Singapore Air Force.

F-5FM
Upgraded trainer version of the F-5F for the Brazilian Air Force.


Specifications (F-5E Tiger II)

General characteristics


Crew: 1
Length: 47 ft 4¾ in (14.45 m)
Wingspan: 26 ft 8 in (8.13 m)
Height: 13 ft 4½ in (4.08 m)
Wing area: 186 ft² (17.28 m²)
Airfoil: NACA 65A004.8 root, NACA 64A004.8 tip
Empty weight: 9,558 lb (4,349 kg)
Loaded weight: 15,745 lb (7,157 kg)
Max. takeoff weight: 24,722 lb (11,214 kg)
Powerplant: 2 × General Electric J85-GE-21B turbojet
Dry thrust: 3,500 lbf (15.5 kN) each
Thrust with afterburner: 5,000 lbf (22.2 kN) each
* Zero-lift drag coefficient: 0.0200
Drag area: 3.4 ft² (0.32 m²)
Aspect ratio: 3.86
Internal fuel: 677 U.S. gal (2,563 L)
External fuel: 275 U.S. gal (1,040 L) per tank in up to 3 tanks


Performance
Maximum speed: 917 kn (Mach 1.6, 1,060 mph, 1,700 km/h)
Range: 760 nmi (870 mi, 1,405 km)
Ferry range: 2,010 nmi (2,310 mi, 3,700 km[98])
Service ceiling: 51,800 ft (15,800 m)
Rate of climb: 34,400 ft/min (175 m/s)
Lift-to-drag ratio: 10.0


Armament
Guns: 2× 20 mm (0.787 in) M39A2 Revolver cannons in the nose, 280 rounds/gun
Hardpoints: 7 total (only pylon stations 3, 4 and 5 are wet-plumbed): 2× wing-tip AAM launch rails, 4× under-wing & 1× under-fuselage pylon stations with a capacity of 7,000 pounds (3,200 kg) and provisions to carry combinations of:

Rockets:
2× LAU-61/LAU-68 rocket pods (each with 19× /7× Hydra 70 mm rockets, respectively); or
2× LAU-5003 rocket pods (each with 19× CRV7 70 mm rockets); or
2× LAU-10 rocket pods (each with 4× Zuni 127 mm rockets); or
2× Matra rocket pods (each with 18× SNEB 68 mm rockets)


Missiles:
4× AIM-9 Sidewinders or 4× AIM-120 AMRAAM air-to-air missile
2× AGM-65 Maverick air-to-surface missiles
AA-8 Aphid, AA-10 Alamo, AA-11 Archer and other Russian/Chinese AAMs (Iranian ver.)
Bombs: A variety of air-to-ground ordnance such as the Mark 80 series of unguided bombs (including 3 kg and 14 kg practice bombs), CBU-24/49/52/58 cluster bomb munitions, napalm bomb canisters and M129 Leaflet bomb, and laser-guided bombs of Paveway family.


Other:
Up to 3× 150/275 U.S. gallon Sargent Fletcher drop tanks for ferry flight or extended range/loitering time.
2× GPU-5/A 30mm cannon pods (fitted only on Thai F-5s).


Avionics
Emerson Electric AN/APQ-153 radar on early batch of F-5E
Emerson Electric AN/APQ-159 radar on later production F-5E
AN/AVQ-27 Laser Target Designator Set (LTDS), for F-5B and F-5F only.





















ΠΗΓΕΣ :



Recent Post